
Ξαπλωμένος παραλύεις.
Ταξιδεύεις ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς
και συνεχίζεις επιβάτης στο ατμόπλοιο
από φόβο μη διακοπεί το ταξίδι,
μη συμβεί η αρρυθμία,
γιατί τότε όλα,
από συντονισμένα όργανα μεταξύ τους,
τα μπιστόνια, οι βαλβίδες, οι βίδες, οι φλάτζες, τα έμβολα
για κάποιο βέβαιο λόγο θα αποσυντονιστούν
και η μηχανή θα σταματήσει.
Κάνεις τον μηχανοδηγό.
Χαμηλώνει λοιπόν ταχύτητα ο μηχανοδηγός
Και προσπαθεί να καταλάβει από τον θόρυβο:
ένα δύο τρία, ένα δύο τρία, ένα δύο τρία.
Κάποτε ήταν το ένα δύο που ακουγόταν μονάχα.
Ανακαλύπτει με σιγουριά πως το τρία είναι το πρόβλημα.
Ναι, αλλά τι είναι αυτό το τρία; Ποιο πρόβλημα σηματοδοτεί;
Σκέφτεται.
Εκείνη η πέτρα που έπεσε από τον λιθόχτιστο τοίχο
και δεν την είδε κανείς,
το τελευταίο τσιγάρο και η μοναξιά του,
το μάτι που δεν θέλει να κοιτάξει την απεραντοσύνη του ορίζοντα,
η αγωνία της βροχής,
το τελευταίο κολύμπι και ο ύπνος στον βράχο,
η τρυφερή ματιά σε ένα παιδί που κοιμάται,
το κρυφό δάκρυ,
η συγκρατημένη χαρά,
το χέρι που δεν σε αγκάλιασε.
Να το λοιπόν το τρία:
το παράπονο, το παραπάνω, το ανικανοποίητο και αδηφάγο ΕΓΩ.
Αυτό πρέπει να διορθωθεί, να φύγει από τη μέση
για να γίνει ο ρυθμός σωστός μετρήσιμος, αναμενόμενος
ένα δύο, ένα δύο...
και να ταξιδεύει το ατμόπλοιο της καρδιάς στο διηνεκές του χρόνου
χωρίς κανένα πρόσκομμα, χωρίς ταλαιπωρία.
Μια ήσυχη και μετρήσιμη πορεία ζωής.